Πρώην Δήμος Βεργίνας

 

αιγες
Στη νότια άκρη του μακεδονικού κάμπου, σκαρφαλωμένες στους πρόποδες των Πιερίων, βρίσκονται οι Αιγές, "ο τόπος με τα πολλά κοπάδια", η πρώτη πόλη των Μακεδόνων. Ένας χρησμός που λέγεται ότι δόθηκε στον Περδίκκα Α΄ αναφέρεται στην ίδρυση τους, συσχετίζοντας το όνομα της πόλης με τα κοπάδια των γιδιών: (Διόδ. 17.16.1.1) «..όπου θα δεις χιονόλευκες γίδες με λαμπερά κέρατα να κοιμούνται, στα χώματα εκείνης της γης, θυσίασε στους τρισμακάριστους θεούς και χτίσε το άστυ μιας πόλης». Tο πρώτο μακεδονικό αστικό κέντρο βρίσκεται στα νότια του Αλιάκμονα, στην καρδιά της περιοχής που ήταν για τον Ηρόδοτο η «Μακεδονίς γη», η κοιτίδα των Μακεδόνων. Το ποτάμι προστάτευε σαν φυσικό οχυρό την πόλη από τους κινδύνους του βορά και συγχρόνως εξασφάλιζε την άμεση επικοινωνία με τη θάλασσα που τότε βρισκόταν πολύ πιο κοντά, ενώ στο σημείο όπου βρισκόταν η πόλη, συναντιόταν ο κύριος οδικός άξονας που, διασχίζοντας τα Πιέρια, συνέδεε τη λεκάνη της Μακεδονίας με τη νότια Ελλάδα με τον δρόμο που, ξεκινώντας από τα λιμάνια της Πιερίας και παρακολουθώντας τις υπώρειες των βουνών, οδηγούσε στο βορά και στην ανατολή.

Η πρώτη εγκατάσταση έγινε στον κάμπο την τρίτη προχριστιανική χιλιετία. Στο τέλος της εποχής του χαλκού ο οικισμός, ακολουθώντας τη γενικότερη τάση που επέβαλαν οι νέες συνθήκες, μετακινήθηκε προς τις υπώρειες του βουνού. Όπως δείχνει το αχανές νεκροταφείο με τους εκατοντάδες τύμβους που απλώνεται σε έκταση πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων εντυπωσιάζοντας τον επισκέπτη ακόμη και σήμερα, στην πρώιμη εποχή του σιδήρου, (11ος-7ος αι. π.Χ.) είχε ήδη αναπτυχθεί εδώ ένα εξαιρετικά σημαντικό, πλούσιο και πολυάνθρωπο κέντρο. Κομψά γεωμετρικά αγγεία τεκμηριώνουν τις επαφές με τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, ενώ τα πλούσια, κυρίως χάλκινα κοσμήματα, προϊόντα της ιδιαίτερα ανεπτυγμένης τοπικής μεταλλοτεχνίας, που ξεχωρίζουν όχι μόνον για τον πλούτο, αλλά και για την ποιότητα τους υπογραμμίζουν τον κεντρικό ρόλο και τη σημασία του συγκεκριμένου χώρου από τα πρώιμα αυτά χρόνια. Οικισμοί και νεκροταφεία διάσπαρτα στον κάμπο και κυρίως στους λόφους επιβεβαιώνουν αυτήν την διαπίστωση και μαρτυρούν την πυκνή κατοίκηση και χρήση της περιοχής που θα συνεχιστεί και στους αμέσως επόμενους αιώνες.

Στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. ο Περδίκκας Α΄, απόγονος του μυθικού βασιλιά του Άργους Τήμενου καταφέρνει να αναρριχηθεί στον μακεδονικό θρόνο. Με τους Τημενίδες στην εξουσία οι Μακεδόνες θα επεκτείνουν την κυριαρχία τους και θα γίνουν κύριοι της πλούσιας χώρας που θα πάρει από αυτούς το όνομά της. Οι Αιγές, η καθέδρα των βασιλέων, η πόλη που η μοίρα της συνδέεται άρρηκτα με την τύχη της δυναστείας, όντας το κέντρο ενός από τα πιο ισχυρά κράτη της περιοχής, γνωρίζουν τον 6ο και τον 5ο αι. π.Χ. περίοδο μεγάλης ακμής και πλούτου που ανιχνεύεται κυρίως μέσα από τα εντυπωσιακά ευρήματα της νεκρόπολης.

Στα χρόνια του Φίλιππου Β΄ (359-336 π.Χ.) η παλιά ιερή πρωτεύουσα γνωρίζει μεγάλη ακμή που ανιχνεύεται παντού και συνοδεύεται από έντονη οικοδομική δραστηριότητα, η οποία συνεχίζεται και ολοκληρώνεται πριν από το τέλος του αιώνα. Το θέρος του 336 π.Χ. ο βασιλιάς αποφασίζει να γιορτάσει την παντοδυναμία του. Άοπλος, λευκοντυμένος, με το στεφάνι της γιορτής στο κεφάλι ακολουθεί την ιερή πομπή. Στο θέατρο των Αιγών θα συναντήσει τη μοίρα του. Χτυπημένος από το μαχαίρι του δολοφόνου ο Φίλιππος πέφτει νεκρός μπροστά στα μάτια των θεατών βάφοντας με το αίμα του το χώμα της ορχήστρας. Στον ίδιο τόπο ο Μεγαλέξανδρος ανακηρύσσεται βασιλιάς και ξεκινάει την πορεία που θα τον οδηγήσει στο θρύλο.

Τον 1ο αι. μ.Χ. ύστερα από μια ξαφνική καταστροφή οι κάτοικοι μετακινούνται στον κάμπο στα βορειοανατολικά της νεκρόπολης σε έναν οικισμό που ως το τέλος της αρχαιότητας ήταν το διοικητικό κέντρο της περιοχής, όπως δείχνει η παλαιοχριστιανική βασιλική με βαπτιστήριο που χτίστηκε εδώ τον 5ο αι. μ.Χ.. Στο μεταξύ το όνομα των Αιγών έπαψε να υπάρχει. Το λίκνο των Τημενιδών παραδόθηκε στη λήθη των αιώνων και απόμεινε μόνον η ανάμνηση του παλατιού των Μακεδόνων βασιλιάδων να στοιχειώνει στο μεσαιωνικό όνομα ενός μικρού χωριού, τα «Παλατίτζια», που ζει ως τις μέρες μας και η Μεγάλη Τούμπα στην άκρη του κάμπου να φυλάγει στα σπλάχνα της το ακριβό μυστικό της.

Ήταν το 1976, όταν ο καθηγητής Μανώλης Ανδρόνικος, επικέντρωνε τις έρευνές του στη «Μεγάλη Τούμπα». Η «Μεγάλη Τούμπα» της Βεργίνας εξωτερικά δεν παρουσίαζε τίποτε το ιδιαίτερο, που θα την έκανε να ξεχωρίζει από δεκάδες άλλες μικρότερες, που βρίσκονται διάσπαρτες στην περιοχή. Η συγκλονιστική ανακάλυψη που επρόκειτο να γίνει εκεί αποτελούσε ένα απίστευτο ανακάτωμα διαίσθησης, επιμονής, τύχης και πεπρωμένου. Ο ακούραστος ερευνητής μετά από τριάντα χρόνια ερευνών, θα συνέδεσε το όνομά του με τη μεγαλύτερη αρχαιολογική ανακάλυψη του 20ου αιώνα και θα έκανε το όνομα της Βεργίνας διάσημο σε όλη την υφήλιο.

Πηγή: imathiachamber.gr